Albatross


Πολλὲς φορὲς οἱ ναυτικοί, τὴν ὥρα νὰ περνᾶνε,
πιάνουν τοὺς ἄλμπατρους -πουλιὰ τῆς θάλασσας τρανά-
ποὺ ράθυμα, σὰ σύντροφοι τοῦ ταξιδιοῦ, ἀκλουθᾶνε
τὸ πλοῖο ποὺ μὲς στὰ βάραθρα γλυστράει, τὰ πικρά.

Μὰ μόλις σκλαβωμένα κεῖ στὴ κουπαστὴ τὰ δέσουν,
οἱ βασιλιάδες τ᾿ οὐρανοῦ, σκυφτοὶ κι ἄχαροι πιά,
τ᾿ ἄσπρα μεγάλα τους φτερὰ τ᾿ ἀφήνουνε νὰ πέσουν,
καὶ στὰ πλευρά τους θλιβερὰ νὰ σέρνουνται κουπιά.

Αὐτοὶ ποὺ ῾ν᾿ τόσον ὄμορφοι, τὰ σύννεφα σὰ σκίζουν,
πὼς εἶναι τώρα κωμικοὶ κι ἄσκημοι καὶ δειλοί!
Ἄλλοι μὲ πίπες ἀναφτὲς τὰ ράμφη τους κεντρίζουν,
κι ἄλλοι, γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦν, πηδᾶνε σὰ κουτσοί.

Μ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεφοπρίγκηπες κι ὁ Ποιητὴς πὼς μοιάζει!
δὲ σκιάζεται τὶς σαϊτιές, τὶς θύελλες ἀψηφᾶ·
μὰ ξένος μὲς στὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει ἀπ᾿ τὰ γιγάντιά του φτερὰ σὰ περπατᾶ.

(Charles Baudelaire, 1821-1867)

Σχόλια

  1. Λατρεύω τον Baudelaire και τις αναρτήσεις σου! Ένα βραβείο σε περιμένει στο Tantekiki.blogspot.com μετά την πανσπερμία. Καλό βράδυ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χμμ... πολύ όμορφο το ποίημα αν και δεν προτιμώ τις μεταφράσεις στην ποίηση για ευνόητους λόγους. Το συγκεκριμένο έχει "ατμόσφαιρα" και ύφος (μάλλον λόγω μετάφρασης) Καββαδία:
    Oι Γάτες των Φορτηγών

    Oι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
    που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
    κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
    περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

    Tα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
    και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
    μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
    είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.

    Eίναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
    κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
    κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
    πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

    Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
    κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό·
    κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τούς κοιτάζει,
    θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

    Tης έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
    για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
    χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
    να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.

    Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
    κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
    κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
    φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

    Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
    ―αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά―
    χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
    κι ύστερα μέσ' στη θάλασσα την άγρια την πετά.

    Kαι τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
    πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
    γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
    σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όμως η ουσία του περιεχομένου μοιάζει περισσότερο με το Δαρείο του Καβάφη:

    Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
    του επικού ποιήματός του κάμνει.
    Το πώς την βασιλεία των Περσών
    παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Από αυτόν
    κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
    ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Ευπάτωρ). Αλλ' εδώ
    χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν' αναλύσει
    τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
    ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως - μάλλον
    σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
    Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.

    Αλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
    τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
    Άρχισε ο πόλεμος με τους Ρωμαίους.
    Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.

    Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
    Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
    ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Ευπάτωρ,
    μ' ελληνικά ποιήματα ν' ασχοληθεί.
    Μέσα σε πόλεμο - φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.

    Αδημονεί ο Φερνάζης. Ατυχία!
    Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
    ν' αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
    τους φθονερούς, τελειωτικά ν' αποστομώσει.
    Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.

    Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
    Αλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
    στην Αμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
    Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Ρωμαίοι.
    Μπορούμε να τα βγάλουμε μ' αυτούς,
    οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
    Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
    Θεοί μεγάλοι, της Ασίας προστάται, βοηθήστε μας.-

    Όμως μες σ' όλη του την ταραχή και το κακό,
    επίμονα κ' η ποιητική ιδέα πάει κ' έρχεται -
    το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
    υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος.

    ... και ακόμα περισσότερο με το Δον Κιχώτη του Ουράνη:

    Ἀτσάλινος καὶ σοβαρὸς ἀπάνω στ᾿ ἄλογό του
    τὸ ἀχαμνό, τοῦ Θερβαντὲς ὁ ἥρωας περνάει,
    καὶ πίσω του, τὸ στωικὸ γαϊδούρι του καβάλα
    ὁ ἱπποκόμος του ὁ χοντρὸς ἀγάλια ἀκολουθάει.
    Αἰῶνες ποὺ ξεκίνησε κι αἰῶνες ποὺ διαβαίνει
    μὲ σφραγισμένα ἐπίσημα, ἑρμητικὰ τὰ χείλια
    καὶ μὲ τὰ μάτια ἐκστατικά, τὸ χέρι στὸ κοντάρι,
    πηγαίνοντας στὰ γαλανὰ τῆς Χίμαιρας βασίλεια...
    Στὸ πέρασμά του ἀπ᾿ τοὺς πλατειοὺς τοῦ κόσμου δρόμους, ὅσοι
    τὸν συντυχαίνουν, γιὰ τρελλὸ τὸν παίρνουν, τὸν κοιτᾶνε,
    τὸν δείχνει ὁ ἕνας τοῦ ἀλλουνοῦ - κι εἰρωνικὰ γελᾶνε
    Ὦ ποιητή! παρόμοια στὸ διάβα σου οἱ κοινοὶ
    οἱ ἄνθρωποι χασκαρίζουνε. Ἄσε τους νὰ γελᾶνε:
    οἱ Δὸν Κιχῶτες πᾶν μπροστὰ κι οἱ Σάντσοι ἀκολουθᾶνε!

    Keep on... :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα ψιθυριστά! Κάποιος ονειρεύεται....

Δημοφιλείς αναρτήσεις